Παρασκευή, 06 Φεβρουαρίου 2015 23:26

Χάρηκε ο Αναστόπουλος σαν μικρό παιδί και μας πήγε στην Γιασμίν

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Πηδούσε από την χαρά του ο Αναστόπουλος και μαζί του πηδούσα κι εγώ μέσα μου. Ο λόγος; Ο ΟΦΗ, η ομάδα, που ο θεός να την κάνει ομάδα, κέρδισε τον ΠΑΟΚ. Για να καταλάβετε τη διαφορά όσοι δεν παρακολουθείτε τα ποδοσφαιρικά - όπου όλο και περισσότεροι πείθονται για το διπλό ανάμεσα στη γηπεδική και την εξωγηπεδική δράση - ο ΟΦΗ είναι κάτι σαν την Ελλάδα και ο ΠΑΟΚ, σε επίπεδο δύναμης και χρηματοδότησης και βοήθεια Παναγιάς, είναι μια Σαρκοζική Γαλλία.

Κέρδισαν λοιπόν, οι Κρητικοί που χρωστάνε σε όποιον έκανε τη βλακεία να μπλέξει μαζί τους και τώρα απομακρύνεται με χίλια, κέρδισαν τον ΠΑΟΚ που υποτίθεται ότι φέτος θα κυνηγούσε το πρωτάθλημα. Ο προπονητής του ΟΦΗ αυτόν τον καιρό, που ήδη του έχουν αφαιρεθεί έξι βαθμοί για τα οικονομικά του χάλια, είναι ο Αναστόπουλος.

Η χαρά μου δεν έχει να κάνει με τον ηττημένο ΠΑΟΚ. Έχει να κάνει με δύο άλλα πράματα. Το πρώτο είναι το ξαναπαίξιμο στο φαντασιακό του Δαυίδ και Γολιάθ. Και το δεύτερο έχει να κάνει με τον Αναστόπουλο. Ο Αναστό ήταν ένας από τους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού που συμπαθούσα. Ξέρετε η συμπάθεια και η αντιπάθεια δεν εξηγούνται εύκολα. Διαμορφώνονται από πράματα, δικά μας βεβαίως, που όμως δεν είναι του χεριού μας. Έρχονται από πολύ βαθειά και αφού απλωθούν στα μάτια μας και στην επιδερμίδα μας, ξαναγυρίζουν στις φωλιές τους. Με τα φώτα ανοιχτά ή κλειστά, από ένστιχτο όμως δεν περνούν από τον εγκέφαλό μας. Όσο μπορώ να σκεφτώ ισχυρίζομαι ότι αυτό που με κάνει να συμπαθώ ποδοσφαιριστές είναι ένας συνδυασμός του σουλουπιού τους, των αντιδράσεών τους, της κίνησή τους και των εκφράσεών τους.

Από τις συμπάθειές μου μπορώ να θυμηθώ κι άλλους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού εκτός του Νίκου Αναστόπουλου, που προσοχή το ξαναλέω, όχι που θαύμαζα, αλλά που συμπαθούσα. Τέτοιοι είναι ο χαζογκόλης Αλεξανδρής, ο λυγερόκορμος Δραπετσωνίτης Δεληκάρης, ο Άντζας που απορούσε συνεχώς πως ζούμε σ'αυτήν την κόλαση της μεγαλούπολης, ο Τάκης Γκώνιας που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν έγινε αυτό που μπορούσε, ο Ελευθερόπουλος που δεν παραμυθιαζόταν γιατί πλακωνόταν συνεχώς με τον εαυτό του, ο Αριστείδης Παπάζογλου που αν και έδινε πολλά κι έπαιρνε λίγα επέμενε μέχρι τελικής πτώσεως και ο Μποτίνος, που είχε φτάσει στο σημείο να τριπλαίρνει τον εαυτό του γιατί τους άλλους τους περνούσε όποτε ήθελε. Κι ο Βαμβακούλας βεβαίως, Μάρτης στη Σαρακοστή. Σίγουρα θα υπάρχουν αρκετοί ακόμα μόνο που δεν τους θυμάμαι τώρα. 

Γιατί αυτές οι αναμνήσεις; Μου ήρθαν ξαφνικά από το γκελ που έχει στην κοινωνία μας ο Βαρουχάκης. Διαπίστωσα λοιπόν τις μέρες αυτές, ότι όσο και αν εξελισσόμαστε πάντα έχουμε ανάγκη να θαυμάζουμε κάποιους συνανθρώπους μας. Το πιο σύνηθες είναι ο θαυμασμός αυτός να προκύπτει γιατί αυτοί κάνουν και λένε όσα εμείς θέλουμε. Κατά κάποιον τρόπο εκφράζουν αυτό που είμαστε σε συνδυασμό με ότι θέλουμε να είμαστε. Η εξαιρετική περίπτωση είναι όμως όταν και θαυμάζουμε κάποιους και τους συμπαθούμε. Άπαιχτος συνδυασμός. Τότε, αυτοί οι λατρεμένοι, που λες και μας έχουν μαγέψει κι έχουμε φτιαχτεί, είμαστε έτοιμοι για πάρτυ τους να πηδήσουμε φωτιές και να περάσουμε βάλτους. Για χάρη τους; Χμμμ...δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Από μια άλλη οπτική γωνιά αν το δούμε, ίσως καταλήξουμε στο ότι όποια τυχόν υπέρβαση κι αν κάνουμε εξ αιτίας τους, είναι γιατί αυτήν θέλουμε κατά βάθος να κυνηγήσουμε. Και συχνά λέω πως ανυψωνόμαστε γιατί επιθυμούμε αβάσταχτα να γίνουμε αυτό που είμαστε. Αυτοί απλώς είναι οι καταλύτες. Αν βεβαίως διαπράξουν ύβρι και πάνε να το παίξουν Ζορό, τότε όλοι γίνονται χειρότεροι ακόμα και αν νικήσουμε. 

Ο Τζιμ Τζάρμους όμως ξέρει πολύ καλά πως ο μαγεμένος είναι η άλλη όψη του ερωτευμένου γι'αυτό δεν κινδυνεύει να φορέσει μάσκα και να τραβήξει ξίφος. Το μόνο επιθετικό που κάνει είναι να ανάβει τσιγάρα, το ένα μετά το άλλο. Έμαθε επίσης πως το τίποτα που χωρίζει το μαγεμένο από τον ερωτευμένο, τους γλυτώνει από το να περιπέσουν στην κατάσταση του ζόμπι. Με άλλα λόγια τη βγάζουν καθαρή ακόμα κι αν γύρω τους αδειάζουν βόθροι. 

Γι'αυτό ο Τζάρμους που καπνίζει ακόμα κι όταν υπνοβατεί, στην τελευταία του ταινία που συμπαραγωγός ήταν κι ένας Έλληνας, της έδωσε τον τίτλο "Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί". Σε μια σκηνή ο βαμπίρ Αδάμ (που ζεί στο Ντιτρόιτ) και η βαμπίρ Εύα (που ζει στην Ταγγέρη) παρακολουθούν μία μελαχροινή να τραγουδά σε ένα μπαρ και γύρω της η σιωπή της τελετουργίας. Τελειώνοντας λέει ο Αδάμ "Αυτή η κοπελλιά είναι καταπληκτική " και λέει η Εύα " Γιάσμιν. Είναι Λιβανέζα. Σίγουρα θα είναι διάσημη" και καπάκι ο Αδάμ "Ελπίζω πως όχι. Παραείναι καλή για να είναι διάσημη" και κλείνει η Εύα "Έλα μωρό μου". 

Ρόλο διευκρίνησης παίζει αυτή η αναφορά. Για να μην μπερδεύουμε τους διάσημους μ'αυτούς που μας μαγεύουν. Να όπως η Γιάσμιν Χάμνταν που με μάγεψε και μ'έκανε για δευτερόλεπτα να αισθανθώ τη λύπη του ερωτευμένος μετά από αιώνες εκείνα τα λεπτά της μυσταγωγίας του Hal. To βίντεο είναι σχεδόν όπως στην ταινία του Τζάρμους. 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 07 Φεβρουαρίου 2015 17:12
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση