Ακολουθεί η "εξομολόγηση" του Αθηναίου κ.Ζήλου, όπως την κατέγραψε ο M.Hulot.
Με τη μουσική ασχολούμαι από έξι χρονών. Κανείς από τους γονείς μου δεν είχε σχέση με τη μουσική, όπως κανείς από το σόι γενικότερα, είτε από την πλευρά της μητέρας είτε του πατέρα, ξένοι εντελώς. Αλλά είχα έναν θείο ο οποίος είχε κάνει πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη και, επιστρέφοντας από τη Σοβιετική Ένωση, έφερε στον εξαιρετικά άμουσο πατέρα μου καμιά εικοσαριά βινύλια ρωσικών παραγωγών. Ήταν Τσαΐκόφσκι, Μότσαρτ, Μπετόβεν, κλασικά πράγματα. Στο σπίτι κυκλοφορούσε και μια 45άρα έκδοση της «Συννεφιασμένης Κυριακής», το «Νιάου Νιάου, βρε γατούλα» με τη Βουγιουκλάκη – αυτά ήταν όλα. Απ' ό,τι μου έλεγαν οι γονείς μου πολλά χρόνια μετά, είχαν το προνόμιο να φεύγουν από το σπίτι χωρίς ιδιαίτερη αγωνία για το τι κάνει ο μονάκριβος κανακάρης τους, διότι με άφηναν μπροστά στο πικάπ και εκεί με έβρισκαν όταν επέστρεφαν. Έβαζα και άκουγα τους δίσκους συνέχεια, φύρδην μίγδην. Το πρώτο 45άρι δισκάκι που μου αγόρασε ο πατέρας μου όταν ήμουν 12 χρονών ήταν Beatles και από κει και πέρα, ό,τι λεφτά έπιανα στα χέρια μου ως χαρτζιλίκι, πήγαιναν για δίσκους, όπως μέχρι πολύ πρόσφατα.
Πρώτη φορά έγραψα στον «Ήχο». Στο ίδιο γραφείο όπου δούλευε ο μετέπειτα εκδότης των «4 Τροχών», Κώστας Καββαθάς, στο εξωτερικό δελτίο στην «Καθημερινή», δούλευε και κάποιος δημοσιογράφος ονόματι Πιτ Κωνσταντέας. Ο Πιτ με γνώρισε, εκτίμησε πρωτίστως τη δισκοθήκη μου, και όταν ο Καββαθάς αποφάσισε, μετά τους «4 Τροχούς», να βγάλει και ένα περιοδικό για hi-fi, τον «Ήχο», με πήγε κατευθείαν να τον γνωρίσω. Ήταν το 1973. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία, μέσα από μια προσωπική γνωριμία. Έμεινα στον «Ήχο» είκοσι χρόνια περίπου, μέχρι το 1992. Δεν υπήρξε άλλος μουσικοκριτικός που να έχει τόσο ευρεία αναγνωσιμότητα, όχι επειδή ήμουν σπουδαίος αλλά λόγω της απήχησης που είχε το μέσο – κυρίως το «Αθηνόραμα» βέβαια.
Πατώντας εδώ θα σας εμφανιστεί ολόκληρη η αυτοπαρουσίαση.

Με τις στήλες του στον «Ήχο» και το «Αθηνόραμα», επί 45 χρόνια, υπήρξε ο ιχνηλάτης του καινούριου και η δαμόκλειος σπάθη κάθε εμπορικής φτήνιας, όσο δημοφιλής κι αν ήταν.