Δημήτρης Παπαδημητρίου ( Αλεξάνδρεια, 1959)
- Γιατί να δει κάποιος σήμερα το «Μόμπυ Ντικ»; «Η εποχή μας έχει ακραία ανάγκη τη μαγεία. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και, έως ένα σημείο, η γνώση της φύσης οδηγούν σε μιαν απομάγευση. Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Βιβλία σαν αυτό –είναι εξαιρετική η ελληνική μετάφραση του Θανάση Χριστοδούλου από τις εκδόσεις Gutenberg– επαναφέρουν τη μαγεία στον κόσμο των ανθρώπων. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μύθο και μαγεία. Οταν του τα στερήσεις, αρχίζει να χάνει μια βασική του υπόσταση. Νομίζω ότι οι νέοι έχουν μεγάλη ανάγκη από αυτό. Καταφεύγουν σε είδη τέχνης τα οποία μόνο ρεαλισμό δεν έχουν. Βλέπεις τα παιδιά να έχουν τρελαθεί με τους δεινοσαύρους.
Το χέβι μέταλ και το ντεθ μέταλ έχουν τη δική τους μαγεία – μαύρη, αλλά μαγεία. Ο Χάρι Πότερ γιατί πέτυχε; Γιατί, όλ’ αυτά ξαναδίνουν, με βαθύ ή ρηχό τρόπο, μια μαγική διάσταση στον κόσμο που χάθηκε. Πιστεύω ότι η επόμενη γενιά θα αγαπήσει το διάβασμα, όπως συνέβη στη δική μας. Τελειώνει η εποχή της εικόνας – είμαι βέβαιος, ο υπαινιγμός και το φαντασιακό θα επιστρέψουν. Μαθαίνω ότι ξαναβγήκε το βιβλίο του Μέλβιλ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Αυτό για μένα είναι επιτυχία της παράστασης, πριν ακόμη ανέβει». Μια λευκή φάλαινα στο «Παλλάς»
Ραούλ Σουρίτα ( Σαντιάγο, 1950)
Επηρεασμένος από την ποίηση των αυτοχθόνων Μαπούτσε και το μεγαλείο της φύσης, ο Σουρίτα υμνεί επίσης τις Κορδιλιέρες, τα ποτάμια και τα δέντρα της Χιλής του, μιλάει για τον έρωτα, καταδύεται σε υπαρξιακές αναζητήσεις. Πάντα όμως επιστρέφει στη δικτατορία, στα βασανιστήρια, στην εξορία. «Η δικτατορία ήταν πάντα το θέμα μου. Δείχνει τη βία που ένας άνθρωπος είναι ικανός να δείξει σε έναν συνάνθρωπό του. Πάντα αυτό προσπαθούσα να εκφράσω στα ποιήματά μου», μας λέει κατηγορηματικά. Τον ρωτάμε εάν η Χιλή κατάφερε να βρει τον εαυτό της μετά τη δικτατορία του Πινοσέτ και απαντάει αρνητικά. Γιατί όμως υπάρχουν ακόμη τόσα θέματα ανοιχτά, όπως οι αγνοούμενοι, μετά τόσα χρόνια, επιμένουμε. «Γιατί εδώ στη Χιλή φύτεψαν τον νεοφιλελευθερισμό. Ηταν το πιο τραγικό πράγμα που μπορούσαν να κάνουν στη χώρα. Η γραμμή ήταν να κοιτάς μπροστά και ποτέ πίσω. Οι άνθρωποι που έψαχναν τους δικούς τους και ακόμη τους ψάχνουν είναι ένα ενοχλητικό θέμα. Πάντα ήταν και είναι ακόμη. Δυστυχώς, όλη αυτή την ιδεολογία την υιοθέτησαν οι πλούσιοι που έγιναν πλουσιότεροι και φτάσαμε σε αυτό που είμαστε. σήμερα», εξηγεί.
Η ποίηση, σαν να είναι η Κασσάνδρα της εποχής μας
Ουρανός κάτω
Αύριο φεύγω μπαμπά. Πες το εσύ στη μαμά. Θα
καθαρίσω τη σκουριά απ’ το ποδήλατο και θα πάρω
τον παλιό δρόμο που άφησε το ποτάμι όταν ξεράθηκε. Όχι κι άλλα
βιβλία μπαμπά. Θ’ αναχωρήσω πολύ νωρίς για να μην το αντιληφθεί
η μαμά. Μετά της το αφηγείσαι εσύ μπαμπά. Δεν
θα αποχαιρετίσω κανέναν. Θα μου άρεσε να αφήσω
μερικά λουλούδια στη Βέλι, αλλά πια πάει πολύς καιρός που
εδώ τα μοναδικά λουλούδια που φυτρώνουν είναι οι πέτρες.
Βαθύ είναι το πηγάδι του χρόνου. Βλέπεις εκεί πέρα στο βάθος
εκείνα τα βουνά; Οι κορυφές τους είναι καλυμμένες και
ίσως βρέξει. Φαντάζεσαι τη θάλασσα να σκεπάζει
πάλι αυτόν το σωρό από πέτρες μπαμπά; Δεν μου μιλάς μπαμπά.
Κάτω από τη χιλιανή δικτατορία, τέλη του 70.

