Μία τέτοια αντοχή στο χρόνο ασφαλώς και δεν μπορεί να οφείλεται στο μελωδικό του και μόνο χάρισμα, στο γεγονός ότι έγραψε μερικές εκατοντάδες ωραιότατα τραγούδια. Κατά τον 20ο αιώνα, η λαϊκή –με την ευρεία έννοια- μουσική γνώρισε εξαιρετική άνθιση, υπηρετήθηκε από μια πλειάδα προικισμένων συνθετών. Από τον Μάρκο Βαμβακάρη μέχρι τον Άκη Πάνου κι από τον Αττίκ έως τον Σταμάτη Κραουνάκη, η σκυτάλη πέρασε από πολλά πανάξια χέρια. Κι αν σήμερα διανύουμε μια περίοδο σχετικής ανομβρίας, οι Έλληνες μπορούν -όποτε θέλουν να γλεντήσουν είτε να σεκλετιστούν- να ανατρέχουν στα «παλιά» ή σε όσα απ’τα καινούργια διαθέτουν κάτι από το πνεύμα των «παλιών»…
Ο Μάνος Χατζιδάκις ξεχωρίζει ωστόσο από τους ομοτέχνους του. Κανείς πριν από εκείνον, με την εξαίρεση ίσως του Τσιτσάνη, κι ελάχιστοι συγκαιρινοί του –ο Θεοδωράκης, ο Σαββόπουλος - κατόρθωσαν να δημιουργήσουν έναν ξεχωριστό μουσικό κόσμο, μία δική τους μυθολογία, η οποία μπορεί να δανείζεται ξένα στοιχεία, τα ενσωματώνει ωστόσο πλήρως. Η μυθολογία δε του Χατζιδάκι είναι ίσως η πιο προσωπική, για αυτό ακριβώς και η οικουμενικότερη.
Το παχουλό αγόρι που γεννήθηκε στην Ξάνθη τον Οκτώβριο του 1925 είχε την αντίξοη τύχη να εκτεθεί από νωρίς στις πιο ποικίλες συναναστροφές και εμπειρίες: Πλουσιόπαιδο στα σπάργανα, βίωσε στην εφηβεία την οικονομική καταστροφή της οικογένειας του, η οποία τον έστειλε χαμάλη στο λιμάνι του Πειραιά. Ευαίσθητος σωματικά και ψυχικά, στρατεύθηκε στην Εθνική Αντίσταση στις τάξεις της ΕΠΟΝ και ακολούθησε την ένοπλη Αριστερά κατά την υποχώρηση της από την Αθήνα μετά τα Δεκεμβριανά του 1944. Στη Λάρισα, οι παρακρατικοί της Δεξίας τον τσάκισαν στο ξύλο. Λίγο καιρό αργότερα, συνάντησε έναν πρώην φανατικό κομμουνιστή μεταμορφωμένο σε αστυφύλακα να του ζητάει ταυτότητα και να τον σέρνει στο Τμήμα. «… Τότε άρχισα να βλέπω πως η πατρίδα μου δεν είναι τόσο τίμια και καθαρή και αποφάσισα να έχω τα μάτια μου ανοιχτά…»
Φοιτητής της Φιλοσοφικής, σύχναζε στο περίφημο καφέ Μπραζίλιαν, στέκι της λογοτεχνικής γενιάς του ’30 και εκεί γνώρισε τον Νίκο Γκάτσο, ο οποίος έγινε ο ισόβιος μέντοράς του. Παράλληλα παραβίαζε το άβατο του υποκοσμιακού σχεδόν μπάρ «Μάριος» στην Ομόνοια και αντίκρυζε τους μπουζουξήδες. Η πρώτη του δημόσια παρέμβαση υπήρξε μια διάλεξη το '49 με θέμα τη μαγεία του ρεμπέτικου, η οποία σόκαρε την πνευματική Αθήνα. Για να το αναδείξει και έμπρακτα, διασκεύασε στο πιάνο έξι ρεμπέτικα τραγούδια και τα συνάρμοσε ώστε να αποτελέσουν ενιαίο μουσικό έργο. Τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές» ακολούθησαν οι «Πασχαλιές μέσα απ’τη Νεκρή Γη» και ο «Σκληρός Απρίλης του ‘45».
«Η επιτυχία των “Έξι Λαϊκών Ζωγραφιών” ξύπνησε τους εμπόρους, την αναπτυσσόμενη τουρίστικη επιδίωξη, το εύκολο “Ελληνικόν Μένος” των διεθνών μας προσωπικοτήτων, ώσπου ήρθε η ταινία “Ποτέ την Κυριακή” και στάθηκε η χαριστική βολή σε αυτό που ήταν κάποτε το λαϊκό τραγούδι» δήλωνε εκ των υστέρων ο Χατζιδάκις. Περιφρονούσε δηλαδή τα «Παιδιά του Πειραιά» που του είχαν χαρίσει το Όσκαρ, όπως περιφρονούσε και το ίδιο το αγαλματάκι, το οποίο μεταχειριζόταν σπίτι του σαν πρες παπιέ. Εξίσου εικονοκλαστικά εκφραζόταν σχετικά και με τις λοιπές κινηματογραφικές επιτυχίες του. Του είχαν προσφέρει –έλεγε- αρκετά λεφτά αλλά και μια διασημότητα εντελώς ανεπιθύμητη.
Η ευκολία του να αποκηρύσει τμήματα από το έργο του προφανώς σχετιζόταν με την χειμαρρώδη του έμπνευση: Όταν έχεις συνθέσει το «Χαμόγελο της Τζοκόντας», τους “Reflections” και τον «Μεγάλο Ερωτικό», γιατί να λυπηθείς το «Νιάου-νιάου βρε γατούλα»;
Η δημιουργική του εξάλλου αυτοπεποίθηση τον έκανε ανεπανάληπτα γενναιόδωρο. Διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος και του περιοδικού «Το Τέταρτο», εμπνευστής των Μουσικών Αγώνων στην Κέρκυρα και της δισκογραφικής εταιρείας «Σείριος», ο Μάνος Χατζιδάκις ανέδειξε και υποστήριξε δεκάδες καλλιτέχνες και διανοούμενους.
Πιστός και γενναίος φίλος, στάθηκε δίπλα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή την εποχή της πτώσης του το 1985 και με την ίδια μαχητικότητα υπερασπίστηκε διωκόμενους αναρχικούς. Το 1987 έδωσε συναυλία και ζήτησε από τους Έλληνες να γυρίσουν την πλάτη στην «Αυριανή», την πρώτη τότε σε κυκλοφορία εφημερίδα. «…Τη φυλλάδα που μολύνει με αναίδεια, χυδαιότητα, τραμπουκισμό και κολακεία της αγραμματοσύνης…» Πόσο ταιριάζουν τα παραπάνω λόγια σε αρκετές πτυχές της ιδιωτικής τηλεόρασης και πόσοι σημερινοί τηλεοπτικοί εισαγγελείς δεν θα αντιδρούσαν κατασκοπεύοντάς τον με κρυφές κάμερες;
Μανιώδης καπνιστής και γλυκατζής, άνθρωπος της παρέας και του ξενυχτιού, ο Μάνος Χατζιδάκις κέρδισε τα χρόνια του ξοδεύοντάς τα και άφησε παρακαταθήκη –πέρα από τη μουσική του- μια τολμηρή κι αντρίκια στάστη ζωής. «Ως συμπεριφορά είμαι μεγαλοαστός. Ως καλλιέργεια είμαι ποιητής. Και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία είμαι λαϊκός» έλεγε για τον εαυτό του.
Στο βαθμό που ο συνδυασμός αυτός είναι εξαιρετικά σπάνιος, ίσως και να’χε δίκιο ο Μίκης Θεοδωράκης όταν στις 15 Ιουνίου 1994 δήλωνε ότι χάθηκε ο πιο σημαντικός Έλληνας.

Τριανταένα χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι (15 ιουνίου 1994) και η μνήμη του δεν έχει ξεθωριάσει.