Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014 11:27

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Στις 18 Γενάρη του 1915 γεννιέται στα Τρίκαλα από Ηπειρώτες γονείς ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ακριβώς 69 χρόνια μετά πεθαίνει στο Λονδίνο. Η ιστορία μάλλον δεν θα έχει αντίρρηση αν ισχυριστούμε πως ο Τσιτσάνης ήταν κάτι σαν τον απόστολο Παύλο.

 

Αν ο Σαούλ δεν γινόταν Παύλος τότε είναι πολύ πιθανόν ο Χριστιανισμός να παρέμενε μία αίρεση του Ιουδαϊσμού. Έτσι και με τον Τσιτσάνη, που κατεβαίνοντας στην Αθήνα το 1936, αν δεν παρατούσε την Νομική λόγω του κλονισμού που έπαθε με τα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη και του Βαγγέλη  Παπάζογλου, ίσως ποτέ το ρεμπέτικο δεν θα εξελισσόταν σε λαϊκό τραγούδι. Απλά θα έμενε μία μουσική σήμα κατατεθέν μιας περιθωριακής ομάδας.

Αν ο Τσιτσάνης ήταν Αμερικάνος, αυτοί και αγάλματα θα του είχαν φτιάξει και σε γραμματόσημα θα τον είχαν βάλλει και ταινία θα είχαν γυρίσει για τη ζωή του και μουσείο θα του είχαν στήσει. Αν ήταν Γάλλος, σίγουρα θα είχαν δημιουργήσει πανεπιστημιακή έδρα με θέμα τη ζωή του και το έργο του. Αν ήταν Άγγλος, θα του αφιέρωναν εκπομπές και εκπομπές και θα υπήρχαν σε όλη τη χώρα πολλά κλαμπ φίλων του Τσιτσάνη που θα διοργάνωναν βραδιές με το έργο του. Αν ήταν Ρώσος, χορογράφοι θα δημιουργούσαν πάνω στις μουσικές του εξαίρετες χορογραφίες. Κι αν ήταν Γερμανός, σε κάθε αυτοκίνητό τους που θα πουλιόταν στο εξωτερικό, θα έδιναν δώρο κι ένα άλμπουμ του Τσιτσάνη. Θα τον λάτρευαν οι γερμαναράδες, θα διοργάνωναν τέλεια φεστιβάλ με το έργο του και θα ήταν ο Μπαχ τους του 20ου αιώνα. Έλα όμως που αυτός είναι Έλληνας, κοσμικός Βυζαντινός, πονηρός Βλάχος και όπως συνηθίζει η άρχουσα τάξη μας, ότι λαϊκό λάμπει, το ταριχεύει, το ξεδοντιάζει ή αδιαφορεί από αμορφωσιά. 

Πολλοί πιστεύουμε πως ο Τσιτσάνης σαν στιχουργός, ερμηνευτής αλλά πιο πολύ σαν συνθέτης, έφτιαξε ένα τραγούδι που έγινε η ραχοκοκαλιά της Ελλάδας. Μέχρι τότε η κάθε περιοχή, η κάθε κοινωνική και επαγγελματική ομάδα, όπως και το κάθε πολιτικό κόμμα, είχαν τα δικά τους τραγούδια. Για πρώτη φορά ο Τσιτσάνης ήταν αυτός που πατώντας στο ρεμπέτικο έφτιαξε τελικά ένα τραγούδι - το λαϊκό - που τραγουδιέται, χορεύεται και αγαπιέται από τότε σε κάθε Ελληνική γωνιά. Ένα τραγούδι που το δημιούργησε μαζεύοντας με υπομονή και σκληρότατη δουλειά ρυθμούς, μελωδίες, μέτρα και τρόπους, στάσεις κι αντιστάσεις, εικόνες και συναισθήματα, από ότι φανερά κι αθέατα τρεμόπαιζε σε ομιλίες, ψαλμωδίες, ύμνους, απ'ότι αιώνες παιζόταν στα πανηγύρια και στις γιορτές. Σύνθεσε με όλα αυτά τα υλικά ένα υπέροχο χαρμάνι και γενναιόδωρα μας το χάρισε. Γι'αυτό χαλασμός κόσμου γινόταν κάθε φορά που κυκλοφορούσε ένα καινούργιο τραγούδι του Τσιτσάνη, ιδιαίτερα από το '46, μέχρι το ΄60. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη είναι η χρυσή περίπτωση όπου η ποιότητα συναντάει τη μεγάλη λαϊκή αποδοχή, όπου το τραγούδι του βρίσκεται στα χείλη του κόσμου κι από κει περνάει στο σώμα του και γίνεται χορός.

Κουμπάρος του Τσιτσάνη το 1942 στο γάμο του με τη Γρεβενιώτισα Ζωή Σαμαρά, ήταν ο Νίκος Μουσχουντής, φίλος του Τσιτσάνη και υποδουλομένος στο ρεμπέτικο. Ο Μουσχουντής ήταν διευθυντής της Χωροφυλακής Θεσ/νίκης και αντικομμουνιστής μέχρι το κόκκαλο. Αυτή όμως η στενή σχέση δεν εμπόδιζε τον Τσιτσάνη να αντλεί τις εμπνεύσεις του και από τις περιπέτειες του λαού. Πολλοί είναι αυτοί που αφηγούνται τις παρακάτω δύο ιστορίες.

Πριν από την απελευθέρωση, κάποιες νύχτες πήγαινε ο Μουσχουντής μαζί με τον Τσιτσάνη στις φυλακές με τους ποινικούς. Έμπαιναν στα κελιά τους και τους ρωτούσε ο Μουσχουντής δείχνοντας τον Τσιτσάνη " ξέρετε ρε ποιος είναι αυτός;" Και όποιος τον ήξερε, τον άφηνε ελεύθερο.

Ο βασικός τραγουδιστής του Τσιτσάνη στα χρόνια της Θεσ/νίκης ήταν ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, ένας μπεχλιβάνης που ο Τσιτσάνης τον είχε βρει στο δρόμο να κάνει νούμερα. Όταν το '46 ο Τσιτσάνης ήρθε στην Αθήνα και ετοιμαζόταν να αρχίσει τις γραμμοφωνήσεις - μόλις είχαν ανοίξει οι εταιρείες - ήθελε οπωσδήποτε τον Τσαουσάκη. Χρυσό τον έκανε να έρθει στην Αθήνα, αλλά αυτός δεν ξεκολλούσε με τίποτα από τη Θεσ/νίκη. Κάποια χαράματα ξύπνησε ο Τσαουσάκης από ένα σκούντημα. Ανοίγει τα μάτια του και βλέπει από πάνω του τον Μουσχουντή. Γεια σου Πρόδρομε του λέει και βγάζει το πιστόλι του το κολλάει στον κρόταφό του και του ψιθυρίζει " Πρόδρομε, το ξέρεις πως σ'αγαπώ πολύ; Όμως ή φεύγεις αμέσως για την Αθήνα ή σου τινάζω τώρα τα μυαλά στον αέρα". Τρέχοντας ήρθε ο Τσαουσάκης στην Αθήνα και μπήκε στα στούντιο γραμμοφώνησης με τον Τσιτσάνη. 

Ήταν κάτι εποχές που ήμουν τρελαμένος με τα τραγούδια του Τσιτσάνη κι όλων των άλλων της γενιάς του. Ανήκω σ'αυτούς τους πολλούς  που τα τραγούδια αυτά ήταν φωτιά στην παγωμένη καρδιά μας, πονεμένα τραγούδια που παρόλο την απελπισία που κουβαλούσαν ως μικροί ήλιοι φώτιζαν τις μαύρες μέρες μας και ως καλές νεράιδες μάγευαν ότι μέσα μας μας έριχνε κι ότι μας ξεσήκωνε. Θυμάμαι πως την εποχή που η αριστερά ήταν παντού, στο μεθυσμένων ερώτημα Λένιν ή Τσιτσάνης, Τσιτσάνης απαντούσα, τύφλα κι εγώ. Αν όμως το δίλημμα ήταν Βελουχιώτης ή Τσιτσάνης, μάλλον και τους δύο θα απαντούσα.

Άμα κατά τύχη με καλούσαν σ'ένα αφιέρωμα στον Τσιτσάνη και μου επέτρεπαν μόνο τρία τραγούδια του να διαλέξω, θα τραβούσα κλήρο ανάμεσα σε καμιά κατοσταριά. Τράβηξα λοιπόν και κληρώθηκαν τα εξής πέντε:

"Τρελή που θέλεις να με στεφανώσεις"  - παίχτηκε το 1939, ηχογραφήθηκε το 1949.

"Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ " - λένε πως γραμμοφωνήθηκε το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου του 1940. 

" Να γιατί γυρνώ μες την Αθήνα " - πρώτη ηχογράφηση 1936. Λες και γράφτηκε χθες.

" Μια νύχτα κάτω στο Πασαλιμάνι" - πρώτη ηχογράφηση το 1938 με τον Στράτο Παγιουμτζή, που όπως έλεγαν όλοι οι συνθέτες της εποχής του, είχε αηδόνια στο λαιμό του.

" Με παρέσυρε το ρέμα " - πρώτη ηχογράφηση με την Χαρούλα Λαμπράκη το 1966.

Καλή σας ακρόαση.

 

   

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014 01:12
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση