Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014 03:12

Η ζωή της Αντέλ μήπως είναι πολιτική ταινία; Ναι απαντά ο Νίκος Ξυδάκης

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Υπήρξαν έργα ή ερμηνείες και αναλύσεις/κριτικές έργων που όταν τις διάβασες ή τις άκουσες έμεινες κάγκελο; Βεβαίως. Και σου έχει βγει ποτέ σε καλό; Βεβαίως. Σπανίως, αλλά μου έχει συμβεί. Σπανίως, διότι αυθόρμητα αυτό που είναι φυσικό να κυριαρχήσει στον καθένα μας είναι η προστασία του κόσμου του, των γούστων του και των απόψεών του. Οπότε απορρίπτει με συνοπτικές διαδικασίες τον άλλον, αυτόν που διατυπώνει και εκφράζει πράγματα που είναι πέρα από τα χωρικά του ύδατα.

 

Και ποια είναι η συνέπεια; Η συνέπεια είναι να κλείνεται στο καβούκι του και να ευλογάει τα γένια του, καταδικάζοντας με διάφορα επίθετα και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, πιο πολύ αυτόν που είναι αλλού κι όχι τόσο τα δώρα που προσκομίζει. Δώρα, που το γεγονός ότι ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα, τίποτα δεν το αποκλείει να είναι και μάπα το καρπούζι, ή να είναι μάπα για ένα χρονικό διάστημα ή για έναν πολιτισμό, ας πούμε για τον Γιαπωνέζικο.

Αν όμως έχει συμφέρον, όχι μόνο οικονομικό, αν έχει μια παιδεία που τον έχει ευαισθητοποιήσει στο διαφορετικό και στο αλλόκοτο, ή αν έχει μια νοοτροπία που του επιτρέπει να έρχεσαι στη θέση του άλλου, ή αν είναι νέος, τότε; Τότε ρίχνεται στη μάχη για να ψάξει και να βρει τι τρέχει μ'αυτά που τον κάνουν να νοιώθει έξω από τα νερά σου και που το πάνε οι δημιουργοί τους. Στην μάχη αυτή συνήθως νικήτριες αναδεικνύονται οι συνήθειές του, η φυσιολογική μονομέρειά του κι ο τρόπος που ζει τη ζωή του.

Συμφωνώ. Καμιά φορά όμως το παιχνίδι χοντραίνει, κι αυτά που στην αρχή του φαίνονται ακατανόητα, ανόητα, άσχημα και άσχετα με τα δικά του στάνταρ, έχουν μία δύναμη που στο τέλος αναγκάζεται να τα παραδεχτεί. Η ιδανική περίπτωση είναι να ενσωματωθεί το νέον στο όλον σου με ένα άνετο τρόπο, λες και από πάντα υπήρχε μέσα σου, αλλά εν υπνώσει και περίμενε να κτυπήσει το ξυπνητήρι για να εγερθεί. Από εκείνη τη στιγμή και μετά νιώθει ότι κάτι άλλαξε στον εαυτό του, κάτι μεταμορφώθηκε, μετακινήθηκε, μεταπλάστηκε, μετουσιώθηκε, έστω κι όσο πατάει η γάτα. Αυτές οι συναντήσεις που τον άλλαξαν, χαράσσονται στη μνήμη του ως αυτό που ανήκει στην κατηγορία του "γύρισα σελίδα στη ζωή μου". 

Την ταινία " Η ζωή της Αντέλ",  όσοι την είδαν κι ανεξάρτητα αν τους έπιασε ή όχι, φαντάζομαι πως δεν θα τους πέρασε από το μυαλό ότι μιλάει για κάτι περισσότερο από την υπαρξιακή και σεξουαλική αναζήτηση μιας νεαρής που δίνει προτεραιότητα σ'αυτά που την γεμίζουν, σ'αυτά που την ολοκληρώνουν. Κι αυτά δεν είναι και λίγα για μία έφηβη που βρίσκεται στη διαδικασία, όπως όλοι στην ηλικία της, να συγκροτηθεί, να δέσει τα σκόρπια κομμάτια της, να σταθεί στα πόδια της με έναν προσωπικό τρόπο. Έλα όμως που ο αρθρογράφος της Καθημερινής Νίκος Ξυδάκης είδε και κάτι άλλο.

Τι; Να, είδε την συνάντηση δύο διαφορετικών ταξικών κόσμων. Της μεσοαστής Έμας και της λαϊκής Αντέλ. Τώρα, αν δεν βρισκόμαστε στην κατάσταση που είμαστε, δεν ξέρω αν θα μπορούσε ο Ξυδάκης να σκεφτεί και να αρθρώσει αυτά που λέει στο άρθρο του και τις προεκτάσεις που δίνει στις πορείες των δυο κοριτσιών. Αλλά τουλάχιστον έχει επίγνωση ότι η ερμηνεία που προτείνει είναι κάτι το υποκειμενικό. Και αυτό μας συγκρατεί για να μην την απορρίψουμε αμέσως. Όταν σ'ένα σημείο γράφει " Στο πρόσωπο της Έμας βλέπω...." έχει μπει πια στο να βλέπει με όσα έχει βιώσει και να μας το δηλώνει καθαρά. Κι αυτό είναι καλό. Τον σκηνοθέτη, να τον ρωτήσουμε; Σ'αυτές τις περιπτώσεις που το πράγμα ξεφεύγει από το οφθαλμοφανές, το τι σκέφτηκε και ήθελε ο σκηνοθέτης καθόλου δεν βοηθάει την κριτική. Σε εκείνα τα έργα που όλα δεν εξαντλούνται σε μια πρώτη ανάγνωση, συνήθως αυτά έχουν αυτονομηθεί από τους δημιουργούς τους και γι'αυτό η γνώμη τους έχει πια μικρή σημασία. Οι θεατές της ζωής της Αντέλ, αν μπουν στον κόπο και διαβάσουν το άρθρο "Μετά την εφηβεία το σοκ της κρίσης" και δεν τους βγει να πούνε αμέσως " ε, είναι τραβηγμένα απ'τα μαλλιά αυτά του Ξυδάκη", τότε η υποκειμενική μου γνώμη είναι πως καλό είναι να σκεφτούν μήπως ο γιαλός τους είναι στραβός.

 


 Ο Δημήτρης με είχε προειδοποιήσει: «Η ζωή της Αντέλ» είναι πολιτική ταινία. Είχε δίκιο, ως συνήθως. Άλλωστε και η έξοχη προηγούμενη ταινία του Αμπντελατίφ Κεσίς ήταν μια διεισδυτική πολιτική-κοινωνική ματιά, το «Κουσκούς με φρέσκο ψάρι». Πίσω από τον πρωτεϊκό έρωτα της έφηβης Αντέλ για τη ζωγράφο Εμα, περιγράφεται το σαλπάρισμά της προς τη ζωή· και μέσα από την παθιασμένη σχέση της, περιγράφεται η ασύμπτωτη πορεία της προς τον ταξικά άλλο, τον πολιτιστικά, αξιακά, σχεδόν ανθρωπολογικά διαφορετικό. Στον κόσμο της μεσοαστής Εμας, ύψιστη αξία είναι η επιτυχία, η ανάδειξη στον δημόσιο χώρο ως μοναδικότητα, η ατομική πραγμάτωση μέσω της τέχνης, μια ντετερμινιστική πρόοδος· η ύπαρξη έχει νόημα μόνο αν φωλιάζει στο Υψηλό, στο διακεκριμένο, στις sublime κορυφές του αστικού ευρωπαϊκού Κανόνα. Ο επιτυχημένος πρέπει να ζωγραφίζει, να γράφει, να δημοσιεύει, να ξεχωρίζει τα κρασιά, να γεύεται στρείδια, να συναναστρέφεται beautiful πρόσωπα, γκαλερίστες, θεωρητικούς τέχνης, αποδομιστές χίπστερ, να είναι κουλ.

Ο κόσμος της λαϊκής Αντέλ, Γαλλίδας πρώτης γενιάς, γόνου μεταναστών, συγκροτείται πρωτίστως από την ανάγκη, τις αισθήσεις, τα αισθήματα. Η απλή καρδιά της είναι σαν της φλωμπερικής Φελισιτέ· χορταίνει με μακαρόνια και κιμά, με φιλιά, με μια απλή δουλειά, απολαμβάνει σουβλάκι με γύρο, ολοκληρώνεται πνευματικά δουλεύοντας νηπιαγωγός και δασκάλα. Η απλή καρδιά της χορταίνει με αμερικανικό σινεμά, με λικνιστική ρέγκε και γαλλομαγκρεμπιανά υβρίδια· ο Μπομπ Μάρλεϊ είναι στο ίδιο σκαλί στράτευσης με τον Σαρτρ. Η απλή καρδιά της διψά για ζωή, και δίνεται της ζωής με αφέλεια και λαιμαργία, ανεπιτήδευτα, ζωικά. Ολοκληρωτικά.

Αλλά η ζωή είναι σκύλα. Η σοφιστικέ αστή Εμα, η μορφωμένη, η λιμπερτίνα, η καλλιτέχνις-ήρωας της νεωτερικότητας, θέλει την Αντέλ αλλιώς, άλλη, τη θέλει Υψηλή, ντρεσαρισμένη εντός του Κανόνα. Και η σοφιστικέ καρδιά της δεν περιέχει συγχώρεση· μόνο αξίες και επιτυχία.

Στο πρόσωπο της Εμας βλέπω τα εμβρόντητα παιδιά της παρ’ ημίν μεσαίας τάξης, των καλών σχολείων, των πτυχίων, των μεταπτυχιακών, των διδακτορικών· των παιδιών που πίστεψαν, και πιστεύουν ακόμη, ότι η ζωή ξετυλίγεται ντετερμινιστικά διαρκώς προς τα άνω, σκαλί σκαλί, πτυχίο πτυχίο, όλο και πιο άυλη, όλο και πιο στυλιζαρισμένη, όλο και πιο συμμορφούμενη στον Κανόνα, με εκλεπτύνσεις του πνεύματος και πειθάρχηση του σώματος, με χτίσιμο ενός μοναδικού εαυτού λάμποντος στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Είναι τα παιδιά της μεσαίας τάξης των πρόσφατων δυο-τριών δεκαετιών, που βρέθηκαν στη ράχη του ευδαιμονιστικού κύματος και γαλουχήθηκαν ως περιούσια και μοναδικά, προνομιούχα πλάσματα, με συνεχές οικογενειακό μπακ-απ για την επιμηκυμένη εφηβεία και το τυπικά πλούσιο βιογραφικό.

Η κρίση αιφνιδίασε αυτά τα ευάλωτα ελληνόπαιδα, τα προστατευμένα από την ανάγκη, τα προφυλαγμένα ακόμη κι από τις ίδιες τους τις αισθήσεις και τα αισθήματα, από τις δοκιμασίες του σώματος και της ύλης τους. Τα βρήκε προς το τέλος της μακράς, άληκτης εφηβείας, με τυπικά πλούσιο βιογραφικό· κατά τα άλλα όμως απαράσκευα, υπερφίαλα, ανώριμα, καλοαναπτυγμένα φυτά εσωτερικού χώρου που εκτέθηκαν αίφνης στο ξεροβόρι και στον καύσωνα.

Η δυσχέρεια είχε γίνει αντιληπτή πριν από την κρίση. Ενα-δυο χρόνια μετά την ολυμπιακή φαντασμαγορία του 2004, μιλούσαμε ήδη για τη γενιά των 700 ευρώ· το καλοκαίρι των πυρκαγιών του 2007 μερικοί από τους ήδη ανήσυχους κατέβηκαν στο Σύνταγμα και στάθηκαν βουβοί με μαύρα τι-σερτ. Ηταν τυπικά πολυπροσοντούχοι, αλλά το πολιτικό σύστημα και η παραγωγική δομή της χώρας δεν τους χρειάζονταν, περίσσευαν, θα έπρεπε να συνεχίσουν να ζουν με οικογενειακό επίδομα· οι πόρτες της κοινωνίας ήταν κλειστές. Ηταν ένα αχνό προείκασμα των Αγανακτισμένων του 2011, όταν μαζί με τους μηδέποτε ενταχθέντες νέους κατέβηκαν και οι γονείς τους και οι άνεργοι και όλη η λαχταρισμένη μικρομεσαία Ελλάδα.

Η δυσχέρεια έχει πάρει πλέον χαρακτήρα δημογραφικού σοκ. Η γενιά των 700 ευρώ έγινε γενιά των 476 ευρώ, έγινε γενιά της μετανάστευσης, έγινε χαμένη γενιά. Οι υψηλές προσδοκίες βίου και καταξίωσης των πολυπροσοντούχων style conscious βλαστών της μεσαίας τάξης έχουν πέσει στον Καιάδα της πληβειοποίησης.

Ξαναγυρνάμε στην Αντέλ, την απλή καρδιά: στέρεες αιματώδεις αξίες, ο τρόπος που αισθάνεται το σώμα της, τη δουλειά, τις σχέσεις, την ίδια τη ζωή σαν θαύμα. Είναι μια οδός.

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014 19:35
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση