Μα όταν θεοί και δαίμονες έβαλαν το χεράκι τους
και συναντηθήκαμε κι αφανιστήκαμε,
όταν λοιπόν συναντιούνται δυο τέτοια υπέροχα τέρατα,
φρόντισαν οι άθλιοι του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο.
Τι; Φρόντισαν κι ενώ έπλασαν ένα χορό για πάρτυ τους
χορό για να ξεφεύγουν πετώντας σε άλλους ουρανούς,
ήρθε γάντι ο χορός αυτός για να χορεύουν
τα σπάνια, σαν κι εμάς, πλάσματα.
Και το όνομα αυτού, τάνγκο
στα ελληνικά, ταγκό.
Μήπως εδώ έχουμε παρθενογένεση; Μα τι λέτε καλέ; Το έχουμε πει χιλιάδες φορές.
Παρθενογένεση δεν υπάρχει ποτέ και πουθενά και για τίποτα στον κόσμο.
Ένα από τα πρώτα σπέρματα κι ωάρια μαζί
ήταν όταν οι Γάλλοι αποκιοκράτες
στη Δομηνικανή Δημοκρατία την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης
που χρησιμοποιούσαν μαύρους σκλάβους ως μουσικούς,
ενώ εκείνοι χόρευαν " la contre dance" κάποιο γαλλικό είδος μουσικής
από το οποίο προήλθε ο αντίστικτος ρυθμός του τάνγκο.
Οι ίδιοι σκλάβοι που έπαιζαν μουσική και για δική τους ευχαρίστηση,
ταξίδευαν στα νησιά της Καραϊβικής
επηρέαζαν κι επηρεαζόντουσαν από την κουβανική μουσική
και τη συγγενική -μουσικά- ισπανική θαρθουέλα.
Στο τάνγκο συνεισέφεραν αφιλοκερδώς Ανδαλουσιανοί, Κογκολέζοι
και άλλοι Αφρικανοί με τα κρουστά τους,
Ιταλοί μετανάστες με τα bel canto τους,
Ισπανοκουβανοί με τις habaneres τους,
όλοι πρόσφεραν τα καλύτερά τους που εκβάλλανε τον 19ον αιώνα
στους γκάουτσος του Ρίο δε λα Πλάτα
και στους απόκληρους των μεγάλων λιμανιών.
Το σίγουρο είναι ότι στα μέσα του 19ου αιώνα, ένα υβρίδιο άρχισε να παίζεται και να χορεύεται στο Buenos Aires.
Οι "guapos", οι "compadritos" και οι "malevos" συναντιούνταν στο Café Sabatino, στο Almacén de la Milonga και στο Viejo Bailetín del Palomar. Στα μπακάλικα της οδού Necochea de La Boca άρχισε να ακούγεται αυτή η χαρούμενη και νεανική μουσική από μουσικούς που αυτοσχεδίαζαν χωρίς να γνωρίζουν παρτιτούρες. Τότε ήταν που κάθε καρυδιάς καρύδι που ούτε ήξερε ο ένας πού'θε κρατάει η σκούφια του διπλανού, πλησίασαν ο ένας τον άλλον εξ αιτίας της ζωικής χαράς της έκφρασης μέσω του χορού και του τραγουδιού.
Το tango δεν μπορεί να θεωρηθεί ξεχωριστό από την αργεντίνικη παράδοση, καθώς αναπτύχθηκε παράλληλα με την αργεντίνικη κοινωνία και "χρωματίστηκε" από τις εμπειρίες των ανθρώπων που μετανάστευσαν εκεί. Μια εκδοχή, μάλιστα, της προέλευσης του tango είναι και αυτή: γύρω στο 1860 οι διάφοροι μετανάστες χόρευαν χορούς των περιοχών τους. Χορεύονταν πολύ το βαλς, αυστριακής προέλευσης, το paso doble και το tango andalúz, η zarzuela, χοροί σκωτσέζικης προέλευσης, habaneras κουβανέζικης προέλευσης, polka, mazurka, cuadrilla και milonga. Όλοι αυτοί οι χοροί είχαν ως βάση το fandango και το candombe των νέγρων. Ακόμα, όμως, δεν υπήρχε ο χορός tango που εννοοούμε σήμερα.
Στις γειτονιές άρχισε να χορεύεται το "tango arrabalero", στον οποίο τα ζευγάρια χόρευαν σφιχταγκαλιασμένα, σκανδαλίζοντας τα ήθη της εποχής. Αναμενόμενο, λοιπόν, να απαγορευτεί ο χορός αυτός από την Εκκλησία, αλλά και από την Αστυνομία, αναγκάζοντας τους tangueros να χορεύουν σε κρυφά και σκοτεινά μέρη.
Αυτή η απομόνωση, το σκοτάδι και η μυστικοπάθεια, ήταν που ενέτειναν τη δύναμη του συναισθήματος και της μελωδίας, δημιουργώντας ένα μύθο γύρω από το tango και προσδίδοντάς του ένα μοναδικό πάθος. Από τους συντηρητικούς, θεωρούνταν κάτι "βρώμικο", κάτι που χόρευαν μόνο όσοι αναζητούσαν ηδονή και ερωτισμό.
Κι ήταν αυτοί οι άλλοι, οι εκτός επίσημης παιδείας,
με χιλιάδες δοκιμές και συνθέσεις που τελειοποίησαν ένα κοκτέιλ
που σιγά σιγά κατέκτησε όλο τον κόσμο.
Όλοι ήθελαν να το πιούν, όλους τους ξεμυάλισε.
Και που για να το πετύχει αυτό
αναμετρήθηκε στα ίσα με όλες τις κουλτούρες του κόσμου,
και καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι σε όσους το προσκάλεσαν
συστήθηκε ευθαρσώς και επωνύμως.
Ναι καλή μου, όλος ο κόσμος δούλεψε για να δείξουμε χορεύοντας
ο ένας στον άλλον τη λατρεία μας.
Ναι θεά και τρέλα μου, εδώ παίζονται όλα,
σ'αυτόν τον χόρο που αποθεώνει την μεγαλοπρέπεια του πόθου μας
μ' ένα στυλ που θα τον ζηλεύανε ακόμα και οι θεοί.
Και κάτι ακόμα.
Είναι ο μόνος χορός που όταν βλέπω άλλους να τον χορεύουν,
μια ερμαφρόδιτη επιθυμία με κατακλύζει.
Να είμαι λέει στα βήματα αυτά που σε κάνουν ότι θέλουν,
να είμαι κάθε στιγμή μαζί
και το αρσενικό και το θηλυκό στοιχείο.
Που' σαι ρε θείε Πλάτωνα να δεις το ανδρόγυνό σου ον
να γίνεται πραγματικότητα στην άλλη μεριά του κόσμου.
Να αναφέρουμε, τιμής ένεκεν,
και κάποια από τα πεθαμένα αθάνατα ονόματα
που άπλωσαν το τάνγκο και το έμπλεξαν και το έπλεξαν,
να χαρούν κι αυτοί όπου κι αν βρίσκονται, ότι κι αν κάνουν.
Να όπως ο Άνχελ Βιζόλντο, που το 1902
γραμμοφώνησε στο Παρίσι,
ερμηνευμένο από τη Γαλλική εθνική φρουρά,
το πρώτο τάνγκο.
Ο Εδουάρδο Αρόλας, αυτός που πρόσθεσε
στο φλάουτο στην κιθάρα και στο βιολί, το μπαντονεόν.
Το μπαντονεόν, που εφεύρε ο Γερμανός Χάινριχ Μπάντ,
μοιάζει με το ακορντεόν, μόνο που έχει κουμπιά
και στις δύο πλευρές.
Το όργανο αυτό, που στο τάνγκο έχει το ρόλο
που έχει το μπουζούκι στα ρεμπέτικα,
το πήγαν στις αρχές του 20ου αιώνα
Γερμανοί μετανάστες στην Αργεντινή.
Ο Βισέντε Γκρέκο, που καθιέρωσε το σεξτέτο
( πιάνο, κοντραμπάσο, δυο βιολιά και μπαντονεόν)
στις ορχήστρες του τάνγκο.
Ο Ρικάρδο Γκουϊράλντες, τέκνο πλούσιων γαιοκτημόνων, γκομενιάρης ολκής
και συγγραφέας που προπαγάνδισε υπέρ του τάνγκο σε όλον τον κόσμο.
Γύρω στα 1910 το τάνγκο άρχισε να χορεύεται έξω από την Αργεντινή,
ως ένας καινούργιος χορός της μόδας, από τους αστούς
και από τους αριστοκράτες, πρώτα στο Παρίσι
και μετά στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική.
Κι έτσι, ως ποτάμι που το νερό δεν γυρίζει πίσω τζιβαέρι μου,
βουτήξαμε κι εμείς και χορέψαμε για πρώτη φορά
αυτοσχεδιάζοντας ένα τάνγκο στην Πόλη,
τότε που ζούσαμε όλοι μαζί και ο καθένας χώρια
κι αυτός ο χορός μας έφερε όλους πιο κοντά, θυμάσαι;
Και όχι μόνο εμάς τους Ρωμιούς με τους Τούρκους,
τους Εβραίους τους Αρμένιους, τους Ιταλιάνους και τους Γάλλους,
αλλά και μεταξύ μας.
Δεν συνέβη όμως το ίδιο
τότε που είχαμε χαθεί
στο ξέφρενο Παρίσι στο τρελαμένο
κι απομακρυνόμασταν με ταχύτητα φωτός
μες τον οργασμό της πόλης του φωτός
βυθισμένοι σε μια αδιαφορία ο ένας για τον άλλον,
γυρνώντας ατέλειωτα από αγκαλιά σε αγκαλιά.
για μια πανσπερμία ηδονής, που είναι αλήθεια ότι την χορταίνεις ποτέ.

Κι ευτυχώς που τον παγωμένο χειμώνα του 1925
έφτασε ο λαμπερός Φρανσίσκο Κανάρο
ο μέγας γητευτής με την ορχήστρα του
( πιάνο, κοντραμπάσο, 4 βιολιά, 5 μπαντονεόν)
και έμεινε 10 χρόνια μαζί μας ο φίλος ο καρδιακός.
Ο Κανάρο ο Ιταλιάνος, που γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο
και μεγάλωσε στο Μπουένος Άυρες,
παιδί του λιμανιού παιδί και του σαλονιού.
Αν καλή μου δεν χορεύαμε και δεν ξαναχορεύαμε στην πίστα του,
ξεπουπουλίζοντας τον εγωισμό μας,
ίσως τα χιόνια ανάμεσά μας να μην έλιωναν ποτέ καρδιά μου. Ποτέ.
Και δες τώρα τα απρόσμενα πήγαινε και έλα της ιστορίας.
Οι Ευρωπαίοι μετανάστες στην Λατινική Αμερική φτιάχνουν,
προπάντων οι ξεχασμένοι στα ισπανόφωνα λιμάνια του Ατλαντικού,
ένα χορό / τραγούδι που μετά από έναν αιώνα κατακτά τη μάνα Ευρώπη.
Κι αυτή, αφού την σαγήνευσε ο χορός των παιδιών της,
αφού λιώσανε άπειρα παπούτσια χορέυοντάς τον,
της τον επιστρέφει πίσω με πολύ καλές συστάσεις και με εύσημα πολλά.
Έτσι πήρε φόρα και κατάφερε να ξεγλιστρήσει αυτός ο χορός
από τα καταγώγια και τα καμπαρέ της Μπόκα, και να απλωθεί στην αρχή
στο Μπουένος Άιρες και μετά σε όλη την Λατινική Αμερική.
Μάλιστα, στη δεκαετία του '20 ήταν που το ευρωπαϊκό
κύμα του τάνγκο πιάνει Μπουένος Άιρες.
Και να που όλα μπορούν να γίνουν σ'αυτή τη ζωή
και μάλιστα από εκεί που δεν το περιμένεις κανείς.
Όχι πες μου, ποιος θα το περίμενε καλή μου πριν είκοσι χρόνια,
πως αυτός ο χορός των φτωχών κι απελπισμένων εραστών
και των φιγουρατζίδων καουμπόυδων του Ρίο ντε λα Πλάτα,
θα ξετρέλαινε τους μουντούς χορευτές του βορά,
της Μεσογείου τις πανάρχαιες φυλές
και τους ανοιχτούς σε όλα Αμερικάνους;
Για να αναγνωριστεί όμως στην γενέτειρά του χρειάστηκε
ένας Κάρλος Γκαρδέλ (1890 -1935) να τον ευπρεπίσει
δίνοντάς του διαβατήριο για να ανοίξουν τα σπίτια τους όλοι οι Αργεντίνοι.
Σ'ένα χορό αυστηρά για δύο, που η αλήθεια είναι
ότι δεν κρύβεται και δεν κρύβει και που στο τσακ συγκρατεί
τον αναβράζοντα πόθο δίνοντάς στο όρθιο σχήμα και ρυθμό.
Ο Γκαρδέλ, μεγάλη μούρη και μεγάλη καρδιά, 
τους καταμάγεψε όλους με τις ερμηνείες του,
τους πήρε τα σώματα μια για πάντα και γι'αυτό δικαίως
τον λατρεύουν ως σήμερα εκεί κάτω.
Por una cabeza , έγραψε και τραγούδησε το 1935
ο Γκαρδέλ με τον Αλφέδρο ντελ Πέρα
και έκαναν τη μεγαλύτερη παγκόσμια επιτυχία του τάνγκο
μιλώντας για έναν αλογομούρη,
για την ηδονή να κερδίζεις ή να χάνεις μ'ένα κεφάλι διαφορά
ολόιδιος εθισμός με την τρέλα του φιλιού στοίχημα
που τα κάνει όλα μέρα όταν η γυναίκα του δίνεται.
Τάνγκο, πέρα από το γνωστό υπάρχουν κι άλλα είδη,
μου είχε πει κάποτε ένας τελειομανής ασυρματιστής Αριστοτέλης
που μετά έγινε αυτοσχεδιάζων μάγειρας ευτυχισμένος,
να όπως η μιλόνγκα, η μιλόνγκα καλντομπέρα, το αργεντίνικο βάλς,
το κανζέγκε ( εδώ με Villegas y Griffero ).
Τέσσερα ονόματα ακόμα που σφράγισαν την εξέλιξή του
και τελειώσαμε με την προπολεμική ιστορία του τάνγκο.
Οι καινοτόμοι, Ανίβαλ Τρόιλο, ο μοναδικός βασιλιάς του ρυθμού
και Κάρλος ντι Σάρλι με τον πλούσιο ήχο εγχόρδων και πιάνου.
Και οι βουτηχτές Χουάν Ντ'Αριένσο και Ροδόλφο Μπιάτζι
που επέμεναν στο ύφος και στο ήθος της παράδοσης.
Υπάρχει χρυσή εποχή του τάνγκο;
Μα καλή μου, ρωτάς εσύ; Εσύ;
Όχο πες μου που είμασταν λίγο πριν από τον πόλεμο;
Στο Μπουένος Άυρες, ήμασταν.
Και για ποιο λόγο ζήσαμε εκεί 15 χρόνια, 15 ολόχρυσα χρόνια
τα καλύτερα της ζωής μας; Ε, για ποιον λόγο;
Ναι σωστά, ήμασταν ένα από τα τρία χορευτικά ζευγάρια
που η ορχήστρα του Χουάν Ντ' Αριέντζο
μας χρησιμοποιούσε για να δοκιμάζει
κάθε φορά τα νέα τραγούδια της.
Η ορχήστρα του Ντ'Αριέντζο
με ιταλικές ρίζες κι αυτός -
και να που αποδείχτηκε κι αυτό,
πως έπρεπε οι ιταλογενείς
να βρεθούν σε ένα ισπανόφωνο περιβάλλον,
για να βγάλουν όλη την μουσικότητά τους.
Η δικιά μας η ορχήστρα ήταν μία από τις εκατοντάδες που έπαιζαν τότε
έως τα χαράματα στα θρυλικά καμπαρέ του Μπουένος Άυρες.
Ναι, καλά το θυμάσαι,
εμείς είχαμε κάνει δεύτερο σπίτι μας το "Chantecler",
Τι απίστευτα χρόνια ήταν εκείνα, τι ζωή, τι τρέλα
τι πάθος ατελείωτο!
Μια εποχή που όλα ήταν σε πλήρη αρμονία.
Οι μουσικοί έπαιζαν για τους χορευτές,
οι τραγουδιστές ήταν ενταγμένοι στην ορχήστρα,
και συνθέτες και στιχουργοί δίνανε τα ρέστα τους.
Οι πολλές καλές ορχήστρες που έπαιζαν μέχρι και το θάνατο του Περόν το 1955,
οδήγησε σε έναν γόνιμο ανταγωνισμό.
Το τάνγκο αυτήν την εικοσαετία επινόησε νέες φιγούρες,
και κατέκτησε πολλές κορυφές κάνοντας τις καρδιές του μεγάλου πλήθους
να χτυπούν γοργά μέσα σε κορμιά που χόρευαν με θεϊκή χάρι.
Και κλείνουμε με έναν που άστραψε στα τέλη του 20ου αιώνα,
αυτόν ντε που μας τον σύστησαν τα εγγόνια μας και ο Χατζιδάκις.
Ναι, πρόκειται για τον υπέροχο μέγα νεωτεριστή Άστορ Πιατσόλα (1921- 1992).
Θυμάσαι τότε που ο Μπόρχες είχε έρθει στην Αθήνα
και ανάμεσα σ'αυτά που είπε
αναφέρθηκε και στο τάνγκο λέγοντας
πως είναι η θλιμμένη σκέψη που χορεύει
κι αυτό σου άρεσε πολύ, όχι όμως σ'εμένα
μα και τους δύο μας συνεπήρε
ο ύμνος του* στο tango
κι έτσι όπως το απήγγειλε, από στήθους παρακαλώ,
ο γέρος, ο τυφλός στα μάτια, αλλά όχι στο νου.
Ο Πιατσόλα έφερα τα πάνω κάτω στο τανγκό,
δίχως όμως να το εξαφανίσει.
Ίσα ίσα το ανανέωσε που λένε και οι δικοί του
κι άρεσε το καινούργιο, ακόμα και στους Αργεντίνους.
Το 1965 συνεργάστηκε μάλιστα και με τον Μπόρχες
συνθέτοντας τραγούδια πάνω σε στίχους και κείμενά του.
Είναι απαραίτητη βεβαίως και η αναφορά στο "Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι"
του Μπερτολούτσι με τον Μάρλον Μπράντο και την Μαρία Σνάιντερ
( εδώ η σκηνή που "χορεύουν" το τάνγκο ), που μας πήγε να το δούμε
η κόρη μας η αριστερίστρια, θυμάσαι;
Τότε που θυμηθήκαμε τα νιάτα μας κι όλα τα παλιά,
θυμάσαι που μετά πήγαμε σε ένα μαγαζάκι, στο Μεταξουργείο θα'ταν,
και χορέψαμε ξέφρενα ως τα χαράματα.
Κι ενώ η κόρη μας δεν άντεξε κι αποκοιμήθηκε στην καρέκλα,
εμείς χορεύαμε με γύρω μας όλες οι μουσουλμανικές φυλές του Ισραήλ
και της Άπω Ανατολής,
να χτυπούν παλαμάκια, να χειροκροτούν
και στο τέλος να παρασύρονται κι αυτές.
Τι σου θυμίζω τώρα, ε; Τα καλύτερα μωρό μου, τα καλύτερα του έρωτά μας.
Το ωραίο ήταν πως οι Έλληνες δεν κλείστηκαν στα εξαίσια τραγούδια τους και στους αρχαίους τους χορούς. Την εποχή του μεσοπολέμου ανοίχτηκαν και χόρεψαν κι αυτοί όπως κι όλος ο κόσμος τάνγκο. Παντού, κι όχι μόνο στα σπίτια των μεγαλοαστών και στις αίθουσες πολυτελείας. Ήταν η εποχή που στην Αθήνα γραμμοφωνούσαν κάθε χρόνο περίπου εκατό τάνγκο. Συνθέτες όπως ο Κώστας Γιαννίδης, ο Μιχάλης Σογιούλ, ο Αττίκ και άλλοι, έγραψαν πανέμορφα τραγούδια που τα τραγούδησαν εξαίσια η Βέμπο, η Δανάη, η Κάκια Μένδρη και άλλες, γυναίκες παρακαλώ - το τονίζουμε, διότι βασικά άντρες σε όλο τον κόσμο υπηρέτησαν αυτό το τραγούδι - και μετά τον πόλεμο τραγούδησε τανγκό κι ο βελούδινος Νίκος Γούναρης, καίγοντας καρδιές.
Μα μια μέρα, μεγάλη πια, που ήσουν θλιμμένη άκουσες από το ράδιο ένας Βίβα Ζαπάτα, βίβα και Τσε, να σου αφιερώνει το Το τανγκό της Νεφέλης με την Χαρούλα Αλεξίου κι έκλαψες απελευθερωτικά. Κι εσύ, ένα άλλο βράδυ που τον είχε πάρει ο ύπνος, του αφιέρωσες ως Ρόζα εις τριπλούν, το Τανγκό βουβό του Σαββόπουλου, τρυπώνοντας έτσι στο όνειρό του, για να χωθείς στην αγκαλιά του να τον ζεστάνεις και να ζεσταθούν, τα σώματα και οι ψυχούλες.
Τώρα πιστεύω ότι ξύπνησα, τώρα που χύνομαι σε λέξεις σπαράγματα εφικτών ονείρων και ανέφικτης πραγματικότητας, του μυαλού μου ροκανίδια σ' αυτά που ο άνεμος φέρνει δολωμένα από τους ήχους ενός ακόμα τάνγκο. Όπως αυτό που ακολουθεί. Που μας βιντεοσκόπησε κρυφά από τον άντρα σου, η κόρη μας. Και που αφού το έφτιαξε και μας το έδειξε, μας είπε: Δεν πιστεύω στα μάτια μου, τι καλοί που είσαστε ακόμα! Μα πέστε μου πως εξηγείται, που εγώ η λυγερόκορμη, εγώ που έχω και το DNA σας, χορεύω σαν σακί με πατάτες, έ πως; Ή μήπως δεν το έχω;
Πριν το βιντεάκι της λυγερόκορμης
* Ο ΎΜΝΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
El Tango
Πού να βρίσκονται; ρωτά η ελεγεία
για κείνους που πια δεν υπάρχουν, μαθές,
σα να υπήρχε ένα μέρος όπου το Χθες
είναι το Σήμερα, το Ακόμα ή το Επιπλέον μία.
Πού να βρίσκονται (επαναλαμβάνω) από απάχηδες τόσες γενιές
που πήγαν κι έστησαν μια τρομερή νύχτα
σε σκονισμένους χωματόδρομους ή σε χαμένες γειτονιές
του στιλέτου και της μαγκιάς τη σέχτα;
Πού να βρίσκονται εκείνοι που πέρασαν;
Στην εποποιία ένα επεισόδιο κόμισαν χορηγία
κι ένα θρύλο στο χρόνο. Που δίχως καμία κακία,
όφελος ή ερωτικό πάθος ο ένας τον άλλον μαχαίρωσαν;
Τους ψάχνω μέσα στους θρύλους τους, στην τελευταία
θράκα που, όπως ένα αναπάντεχο τριαντάφυλλο,
κρατάει κάτι από εκείνον τον ψυχωμένο όχλο
στο Κοράλες και στην Μπαλβανέρα την ωραία.
Σε ποια σκοτεινά στενοσόκακα ή τόπο έρμο
του άλλου κόσμου θα κατοικεί η γρανιτένια
η σκιά εκείνου του Μουράνια,
του μαχαιροβγάλτη απ’ το Παλέρμο;
Κι εκείνος ο μόρσιμος Ιμπέρα (που κι οι άγιοι
τον λυπούνται) σ’ ένα γιοφύρι του δρόμου, του Νιάτου,
του αδερφού του, έδωσε χτύπημα θανάτου.
Στα φονικά τον ξεπερνούσε κι έγιναν οι φόνοι πάγιοι.
Μια μυθολογία κοφτερών εγχειριδίων
σβήνει αργά μέσα στη λήθη.
Ένα τραγούδι για άθλους ελήφθη
μέσα στο θόρυβο των αστυνομικών δελτίων.
Μα υπάρχει κι άλλη θράκα, κι άλλου πυρακτωμένου ρόδου,
από τη στάχτη που τους φυλάει ακέραιους.
Εκεί βρίσκεις μαχαιροβγάλτες αγέρωχους
και το βάρος του αθόρυβου μαχαιριού ενός βάρδου.
Αν κι αυτό το εχθρικό στιλέτο ή τ’ άλλο στιλέτο,
ο Χρόνος, τους έστειλε κάτω απ’ το χώμα,
σήμερα, έξω απ’ του χρόνου το παραπέτο,
το θάνατο, εκείνοι οι πεθαμένοι ζουν μεσ’ του τάνγκο το σώμα.
Μεσ’ στις χορδές της μουσικής βρίσκονται,
στης κιθάρας το αργό το παίξιμο,
και λέει μια μιλόνγκα μ’ αλέγρου ρυθμού πλέξιμο
για το γιορτάσι και την αθωότητα σαν πέτονται.
Γυρίζει ο κίτρινος τροχός πάνω απ’ το κενό
μ’ άλογα και με λιοντάρια. Ακούω την ηχώ
και με του Αρόλας και του Γκρέκο τα τάνγκο ξεψυχώ
που είδα κάποτε να χορεύουν στο στενό,
κάποια στιγμή που αναδύεται απ’ το πουθενά,
δίχως πριν ούτε μετά, ενάντια στη λήθη,
που θυμίζει της ίδιας της απώλειας τα ήθη,
το χαμό και το ανακτημένο ξανά.
Στ’ ακόρντα υπάρχουν πράγματα παλιά, στους στίχους:
στο άλλο πάτιο και στης κληματαριάς τους γρίφους.
(Πίσω απ’ τους καχύποπτους τοίχους
ο Νότος κρατάει την κιθάρα και τη λαβή του ξίφους).
Εκείνο το ξέσπασμα, το τάνγκο, εκείνη η διαβολιά,της ζωής
τα μεστά χρόνια προκαλεί.
Φτιαγμένος από σκόνη και χρόνο, ο άνθρωπος διαρκεί λιγότερο
κι απ’ του μεσημεριού την αντηλιά.

