Όμως, τα ζητήματα των ιδιωτικοποιήσεων πρέπει να προσεγγίζονται πρωτίστως με πολιτικούς όρους, κατά μείζονα δε λόγο στην παρούσα συγκυρία. Για τον νεοφιλελευθερισμό οι ιδιωτικοποιήσεις συνιστούσαν εδώ και δεκαετίες τη μαγική συνταγή που θα επίλυε κάθε πρόβλημα ή αδυναμία της ελληνικής οικονομίας και, με την ευρύτερη έννοια, της ελληνικής κοινωνίας. Σήμερα όμως αποκτούν επιπλέον ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διότι, ήδη από την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, έγινε σαφές ότι αποτελεί βασική επιδίωξη των δανειστών η ιδιωτικοποίηση των πάσης φύσεως δικτύων ενέργειας, του νερού, των συγκοινωνιών και των υποδομών.
Δίπλα σ’ αυτές τις προτεραιότητες υπάρχει μία ακόμη εξίσου σημαντική: η διαχείριση του χώρου, οι χρήσεις γης, οι εκτάσεις «φιλέτα», το πεδίο εκείνο δηλαδή που προσφέρεται για εύκολες υπεραξίες με μικρό ρίσκο.
Αυτό λοιπόν συμβαίνει με ένταση τα τελευταία μνημονιακά χρόνια και προφανώς αφορά χιλιάδες δημόσια ακίνητα, μικρά και μεγάλα, ακόμη και ολόκληρα νησιά που αρχικά «μεταβιβάστηκαν» στο ΤΑΙΠΕΔ και σήμερα ουσιαστικά περνάνε στο «Υπερταμείο» για έναν αιώνα.
Αυτή η υποθήκευση, η πώληση της δημόσιας περιουσίας δεν μπορεί να εξωραΐζεται πίσω από λέξεις όπως «αξιοποίηση», «μακροχρόνια ενοικίαση» κλπ, πολύ περισσότερο όταν όλα αυτά συντελούνται κάτω από πολυποίκιλες πιέσεις και εκβιασμούς, με διαδικασίες fast track, μακριά από κάθε είδους κοινωνικό έλεγχο.
Τέτοιες πρακτικές συνιστούν βασικό χαρακτηριστικό κρατών μειωμένης κυριαρχίας που λειτουργούν και υπάρχουν υπό διεθνείς εγγυήσεις δανειστών ή προστάτιδων δυνάμεων. Όταν μάλιστα η υπογραφή των συμφωνιών επιβάλλεται με τον τρόπο που αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του «Ελληνικού», ως προαπαιτούμενο δηλαδή για μια «υποδόση», τότε αποκτά και χαρακτηριστικά ανοικτής – δημόσιας και απροσχημάτιστης παραδοχής της ετεροβαρούς αυτής σχέσης, με όρους εκβιασμού και ταπείνωσης.
Σε πολιτικό επίπεδο η εξέλιξη αυτή, αθροιζόμενη δίπλα σε άλλες, σηματοδοτεί την πλήρη και οριστική απόσυρση από ένα σύνολο δεσμεύσεων απέναντι σε κοινωνικές ανάγκες και διεκδικήσεις που εκφράστηκαν με ιδιαίτερη δυναμική τα προηγούμενα χρόνια στο «Ελληνικό», στον «ΟΛΠ», στον «Αστέρα» και αλλού.
Στην περίπτωση του έντεχνα απαξιωμένου «Ελληνικού» η έκταση που πωλείται αγγίζει τα 6000 στρέμματα (όσο δηλαδή είναι 3 φορές η έκταση του Μονακό). Η τιμή μάλιστα πώλησης, ακόμα και αν ήταν δεκαπλάσια από όσο πραγματικά ήταν, αν δηλαδή υποθέσουμε πως ήταν 10 δις € μετρητά, η τιμή ανά τ.μ. και πάλι θα ήταν χαμηλότερη από εκείνη της τιμής πώλησης ενός διαμερίσματος στην Πλ. Βάθη. Περιττεύει συνεπώς οποιοσδήποτε περαιτέρω σχολιασμός όσον αφορά το «εύλογον» του τιμήματος».
Το θέμα αποκτά επιπλέον προκλητικά χαρακτηριστικά αν σκεφτεί κανείς ότι στον διαγωνισμό συμμετείχε μόνο ένας ενδιαφερόμενος. Κατά σύμπτωση σε όλους τους ανάλογους διαγωνισμούς πάντα μόνο ένας ενδιαφερόμενος συμμετέχει! Για τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού αυτό άραγε συνιστά ελεύθερο ανταγωνισμό ή «σημαδεμένη τράπουλα»;
(α) Άλλαξε το γεγονός ότι το λεκανοπέδιο Αττικής υποφέρει από έλλειψη πρασίνου και ελεύθερους, κοινόχρηστους χώρους αναψυχής; Η τσιμεντοποίηση μιας έκτασης περίπου 3000 στρεμμάτων (το 50% του συνόλου) απαντά θετικά ή αρνητικά στην αφετηριακή παρατήρησή μας; Ποιος και με ποια κριτήρια αποφαίνεται αν τα 3.000 στρέμματα είναι «αρκετά»;
(β) Άλλαξε το γεγονός ότι οι ακτές πρέπει να είναι ελεύθερες και ανοικτές στην κοινωνία κι όχι ιδιωτικές παραλίες; Στα πόσα χιλιόμετρα κλειστής («πριβέ») παραλίας αυτό ακυρώνεται ως αντίληψη; Αν η ελεύθερη παραλία προβλέπεται να είναι 1 χιλιόμετρο, μήπως η «κλειστή – ιδιωτική παραλία» θα είναι τα υπόλοιπα και κατά σύμπτωση τα πλέον «ενδιαφέροντα» τμήματα;
(γ) Άλλαξε το γεγονός ότι οι όγκοι, τα ύψη και τα εν γένει αρχιτεκτονικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά νέων κατασκευών πρέπει να συνάδουν με το φυσικό και δομημένο περιβάλλον και δεν πρέπει να επιβάλλονται και να κατισχύουν επ’ αυτού; Οι ουρανοξύστες και μάλιστα πάνω στο παραλιακό μέτωπο, τα 3.600.000 τετραγωνικά μέτρα επιτρεπόμενης δόμησης (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι περιοριστούν τελικά στα 2.700.000), η είσοδος νέων χρήσεων (ξενοδοχεία, καζίνο, εμπορικά κέντρα) αποτελούν μια σύγχρονη αντίληψη για την πόλη και τις λειτουργίες της;
(δ) Επί της ουσίας συνιστά ή όχι μια ιδιωτική πολεοδόμηση αυτό που επιχειρείται στο Ελληνικό;
(ε) Η ίδρυση mall, καζίνων και άλλων τέτοιων εγκαταστάσεων συνιστά παράγοντα ανάπτυξης μιας περιοχής; Επιβεβαιώνεται αυτό στο Λουτράκι ή στους Δήμους που είχαν την… τύχη να αποκτήσουν ένα mall δίπλα τους; Όχι!
(στ) Η ίδρυση μιας πόλης μέσα στην πόλη με χαρακτηριστικά μιας «πριβέ πόλης» θα ωφελήσει την πόλη; Αυτή η πόλη που θα κατασκευαστεί πιστεύει κανένας ότι θα επικοινωνεί οικονομικά, διοικητικά, κοινωνικά με την υπάρχουσα πόλη; Ή θα είναι μια εσωστρεφής παροικία πλουσίων κατοίκων - τουριστών; Έχουμε πουθενά παγκοσμίως κάποιο θετικό τέτοιο παράδειγμα; Αυτή η πόλη που θα κατασκευαστεί έχει χαρακτηριστικά και λειτουργίες all inclusive και ως τέτοια θα λειτουργεί.
(ζ) Οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνει το Ελληνικό Δημόσιο πώς τελικά μπορούν να αποτιμηθούν ως προς τον τύπο και την ουσία τους; Ουσιαστικά συνιστούν μια λεόντειο ετεροβαρή σύμβαση που εξασφαλίζει μόνο τα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Κλείνοντας, πιστεύω ότι τόσο η Σύμβαση του 2014 όσο και το Μνημόνιο Συναντίληψης και Κατανόησης (MoU) -να σημειωθεί ότι ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουμε την πλήρη έκταση των συμφωνηθέντων- συνιστούν ένα σκάνδαλο απ’ όποια σκοπιά κι αν το προσεγγίσει κανείς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επωδός περί της αναγκαιότητας επενδύσεων επιδιώκει να θολώσει και να συσκοτίσει αυτές ακριβώς τις πλευρές στα μάτια και στα αυτιά της κοινωνίας.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να προσεγγίσει κανείς το ζήτημα της πώλησης του «Ελληνικού»: διαπιστώνοντας, εκτιμώντας ή αποτιμώντας τα αποτελέσματα αυτής της συμφωνίας με κριτήρια περιβαλλοντικά, ποιότητας ζωής, πολεοδομικά, οικονομικά κ.ά. Μια τέτοια προσέγγιση κινδυνεύει να αποδειχθεί αλυσιτελής, μονόπλευρη και να εξελιχθεί σε ένα debate ειδικών που θα διαφωνούν ή θα συμφωνούν για την έκταση του πρασίνου ή για το ύψος των νέων κατασκευών ή για το τίμημα της πώλησης.